Οι γνώσεις μας για την ενδιαφέρουσα σχέση μεταξύ των ανθρώπων και των μικροοργανισμών που “κουβαλάμε” έχουν προχωρήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Πλέον οι μικροοργανισμοί αυτοί δεν αποκαλούνται απλά «εντερική μικροχλωρίδα» ούτε και θεωρούνται απλά συμβιωτικοί. Στην πραγματικότητα ο ανθρώπινος οργανισμός αντλεί πολλές απο τις ιδιαίτερες ικανότητές του από τη συμπεριφορά αυτών των βακτηρίων. Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε πως οι μικροοργανισμοί αυτοί θεωρούνται ένα μεταβολικό όργανο με λειτουργίες που σχετίζονται με τη διατροφή, την ανοσολογική απόκριση κ.ά.

Μια νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cell Metabolism παρουσιάζει μια νέα λύση στην προσπάθειά μας να μην ξεπερνάμε τα όρια στο γεύμα μας. Η λύση αυτή ακούει στο όνομα «υγιής μικροχλωρίδα του εντέρου» καθώς υπάρχουν ενδείξεις ότι η μικροχλωρίδα του εντέρου ενδέχεται να παίζει σπουδαίο ρόλο στον έλεγχο της πείνας.

Όταν ο άνθρωπος καταναλώνει μια τροφή, τα θρεπτικά στοιχεία κατευθύνονται προς τα βακτήρια του εντέρου. Αυτά τα βακτήρια διαιρούνται και αντικαθιστούν τα βακτήρια που χάνονται κατά την κένωση. Τα μέχρι τώρα μοντέλα που προσομοιάζουν τον έλεγχο της πείνας στον ανθρώπινο οργανισμό αναφέρουν πως οι ορμόνες του εντέρου στέλνουν σήμα στον εγκέφαλο για το αν κάποιος πεινάει ή έχει φάει αρκετά. Ωστόσο έχει προταθεί ότι τα βακτήρια που απαρτίζουν τη μικροχλωρίδα του εντέρου ελέγχουν την πρόσληψη τροφής μέσω ενεργοβόρων λειτουργιών τους ή με την παραγωγή μεταβολιτών.

Στην εργασία που αναφέρθηκε, ο Sergueï Fetissov και οι συνεργάτες του ερεύνησαν την πιθανότητα οι βακτηριακές πρωτεΐνες να ενεργούν απευθείας σε μονοπάτια ελέγχου της όρεξης, τόσο τοπικά στο έντερο όσο και μέσω του κυκλοφορικού συστήματος. Η ερευνητική ομάδα έκανε την υπόθεση ότι αφού τα βακτήρια εξαρτώνται άμεσα από τους ανθρώπους για να ζήσουν και η επιβίωσή τους εξαρτάται από το πόσο σταθερό είναι το περιβάλλον τους, πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος να επικοινωνούν με τον ξενιστή (άνθρωπο) όταν χρειάζονται περισσότερα θρεπτικά συστατικά.

Οι ερευνητές μελέτησαν τη συμπεριφορά ορισμένων βακτηρίων έπειτα από την έκθεσή τους σε επαρκή ποσότητα θρεπτικών συστατικών. Στη συνέχεια μελέτησαν τις πρωτεΐνες που απομονώθηκαν από τα βακτήρια και την πιθανή σχέση τους με τον ενεργειακό μεταβολισμό. Έπειτα από 20 λεπτά από την κατανάλωση θρεπτικών συστατικών διαπιστώθηκε ότι τα βακτήρια της E.coli του εντέρου παράγουν πρωτεΐνες διαφορετικών ειδών από αυτές που παράγουν πριν την πρόσληψη τροφής. Το σημείο των 20 λεπτών, ωστόσο, συμπίπτει με το χρονικό διάστημα που απαιτείται για να νιώσει κάποιος χορτάτος, έπειτα από ένα γεύμα. Οι ερευνητές αφού απομόνωσαν τις πρωτεΐνες που παράγονται από τα βακτήρια του εντέρου μετά από την κατανάλωση τροφής, εμβολίασαν σε μικρές δόσεις ποντίκια. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι πρωτεΐνες αυτές προκαλούν την έκκριση ενός πεπτιδίου YY-, μια ορμόνη που σχετίζεται με το αίσθημα του κορεσμού.

Πώς διατηρούμε την «καλή» εντερική μικροχλωρίδα;
Αφού λοιπόν είδαμε το σημαντικό ρόλο που μπορούν να παίξουν τα βακτήρια του εντέρου στις διατροφικές μας συνήθειες και στην υγεία μας γενικότερα, πρέπει να τονίσουμε με ποιους τρόπους μπορούμε να ενισχύσουμε και να προστατέψουμε την επιθυμητή χλωρίδα του εντέρου.

Αρχικά, να σημειωθεί ότι τα βακτήρια επιθυμούν ένα όσο το δυνατόν πιο σταθερό περιβάλλον προκειμένου να επιβιώσουν και στη συνέχεια να πολλαπλασιαστούν. Το περιβάλλον τους ωστόσο στο εσωτερικό του ανθρωπίνου σώματος διαταράσσεται συχνά (π.χ. με τη χρήση αντιβιοτικών). Τα καλά νέα όμως είναι ότι μπορούμε να βοηθήσουμε τη χλωρίδα αυτή να πολλαπλασιαστεί και να επιφέρει οφέλη στην υγεία μας, εντάσσοντας κάποιες τροφές στο διαιτολόγιό μας.
Τέτοιες τροφές είναι οι παρακάτω:
• Φασόλια: Με τα λιπαρά οξέα που περιέχουν δυναμώνουν τα εντερικα κύτταρα, βοηθούν στην απορρόφηση ιχνοστοιχείων και στη μείωση του βάρους.
• Μπανάνα: Βοηθάει στην ομοιόσταση των βακτηρίων του εντέρου που είναι το ζητούμενο.
• Μπρόκολο, μαρούλι: Αποτελούν τροφή για τα βακτήρια του εντέρου. Έχουν και αντικαρκινικές ιδιότητες.
• Ζυμούμενα λαχανικά και ζυμούμενα γαλακτοκομικά (π.χ. γιαούρτι, κεφίρ): Τα τουρσιά λαχανικών και το κεφίρ ενισχύουν το έντερο με γαλακτικά βακτήρια και επίσης δημιουργούν ελαφρώς όξινο περιβάλλον που βοηθάει στην ανάπτυξη της επιθυμητής χλωρίδας. Το κεφίρ επιπρόσθετα είναι πλούσιο σε προβιοτικά βακτήρια και όταν εντάσσεται σε ένα διαιτολόγιο, βοηθά στη σταδιακή ανάπτυξη μιας υγιούς χλωρίδας.

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

You may use these <abbr title="HyperText Markup Language">HTML</abbr> tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

*